Λυκόποδες

Λυκόποδες
Λῠκόποδες, οἱ, f.l. for [full] λευκόποδες, either
A barefoot, or wearing white shoes, in Ar.Lys.665 (lyr.); expld. by Arist.Fr.394 (ap.Sch.ad loc.) as οἱ τῶν τυράννων δορυφόροι (either from wearing wolf-skin footgear or from the device of a wolf on their shields).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • λυκόποδες — λυκόποδες, οἱ (Α) 1. αυτοί που είχαν γυμνά πόδια ή αυτοί που φορούσαν λευκά υποδήματα 2. ως κύριο όν. οἱ Λυκόποδες οι σωματοφύλακες τών τυράννων. [ΕΤΥΜΟΛ. < λύκος + πούς, ποδός] …   Dictionary of Greek

  • Λυκόποδες — barefoot masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λυκόποδας — Λυκόποδες barefoot masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λύκος — I (Βοτ.). Κοινή ονομασία του φυτικού γένους Orobanche της οικογένειας των οροβαγχιδών. Τα φυτά αυτά, που είναι γνωστά και με την κοινή ονομασία λυκόχορτα, είναι δικοτυλήδονα φυτά που αναπτύσσονται ως παράσιτα. Έχουν παχύ, σαρκώδη βλαστό, χωρίς… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”